Οδύσσεια

Οδύσσεια
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χόρχε Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Από την κορυφή κι επάνω



Είναι η ιστορία ενός σαραντάχρονου άντρα, που τον επισκέπτεται κυριολεκτικά «παράλυτος», με διάγνωση: καρκίνος του πνεύμονα με πολλαπλές μεταστάσεις. Έρχεται με ανάμεικτα συναισθήματα κατάθλιψης και οργής — πράγμα συχνό σε τέτοιους ασθενείς: είναι οργισμένος με τον Θεό, με τη ζωή και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο δόκτωρ Σέρβαν αφηγείται ότι προσπαθεί να πείσει τον ασθενή του ν' ασχοληθεί στο χρόνο που του μένει με κάτι που να τον ανακουφίζει ή να τον παρηγορεί, εκείνος όμως περιφρονεί τη συμβουλή του γιατρού, λέγοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που θα μπορούσε να τον παρηγορήσει. Ποτέ δεν υπήρχε.
 Ωστόσο, αποφασίζει να συνεχίσει τις επισκέψεις του στον θεραπευτή μία φορά την εβδομάδα.
Ένα πρωί, όταν ο ασθενής φτάνει στο ιατρείο, ο δόκτωρ Σέρβαν του ζητάει συγγνώμη και του λέει ότι δεν θα έχουν συνεδρία εκείνη τη μέρα, γιατί ο γιατρός πρέπει να πάει στην εκκλησία του χωριού: ένας τοίχος ράγισε στη διάρκεια της καταιγίδας που ξέσπασε τη νύχτα και είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Οι ενορίτες συμφώνησαν να τον επισκευάσουν και κάλεσαν και τον γιατρό να τους βοηθήσει.


Ο ασθενής γκρινιάζει για την κακή του τύχη και, αντί άλλης απάντησης, ο θεραπευτής τον ρωτάει χωρίς να το πολυσκεφτεί αν θα ήθελε να τον συνοδεύσει, αφού δεν έχει τίποτ' άλλο να κάνει εκείνη την ημέρα.
Έτσι, τις επόμενες τέσσερις ώρες, μαζί με άλλους έξι άντρες ασχολούνται με την υποστύλωση του τοίχου με χοντρά ξύλινα δοκάρια, και υπόσχονται να επιστρέψουν την επομένη για να γκρεμίσουν ένα τμήμα που έχει σχεδόν καταστραφεί και να το ξαναχτίσουν, πιο στέρεο και πιο ασφαλές. Τηρώντας την υπόσχεσή τους, οι άντρες χτίζουν έναν νέο τοίχο. Κάποιος προτείνει να τον σοβατίσουν και να τον βάψουν. Συμφωνούν όλοι, αλλά πάνω από τους μισούς ερασιτέχνες χτίστες δεν μπορούν να λείψουν άλλο απ' τις εργασίες τους. Αν και θα πέσει πάνω τους πολλή δουλειά, οι εναπομείναντες αποφασίζουν να συνεχίσουν όπως μπορούν.
Μια βδομάδα μετά, οι μόνοι που καταφέρνουν να συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό, είναι ο θεραπευτής και ο ασθενής του. Ο τοίχος όμως, έχει επιτέλους 
τελειώσει.

 Ο εφημέριος τους ευχαριστεί και λυπάται που, πολύ σύντομα, και οι άλλοι τοίχοι θα περιέλθουν στην ίδια κατάσταση. Οι δύο άντρες κοιτάζονται και, χωρίς να χρειαστεί ν' ανταλλάξουν κουβέντα, συγκινημένοι από την κατάσταση, δεσμεύονται ν' αντιμετωπίσουν την καινούργια πρόκληση.
Σχεδόν έξι μήνες μετά, στη διάρκεια των οποίων κάποιες φορές ο ασθενής δουλεύει μόνος του, η εκκλησία είναι έτοιμη για βάψιμο. Πολύ σύντομα θα είναι «σαν καινούργια». Ο ασθενής, όμως, δεν μπορεί να παραστεί στη λειτουργία που θα τελεστεί για να ευχαριστήσουν τους εργάτες της εκκλησίας, λόγω ενός επεισοδίου δύσπνοιας που έκανε αναγκαστική την εισαγωγή του στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Περιφερειακού Νοσοκομείου.
Ο δόκτωρ Σέρβαν πηγαίνει να τον επισκεφτεί. Μόλις φτάνει εκεί, ο ογκολόγος της κλινικής του λέει ότι η κατάσταση του ασθενή είναι πολύ άσχημη κι ότι του μένουν μόλις λίγες ώρες ζωής.
Ο θεραπευτής αποφασίζει να μείνει κοντά του και να τον συντροφεύσει στις τελευταίες του στιγμές.
Τα ξημερώματα, ο ασθενής ψυχορραγεί.
Οι τελευταίες του λέξεις είναι για τον θεραπευτή του ....  του λέει: «Σ' ευχαριστώ πολύ, δόκτωρ Σέρβαν... Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά μου έσωσες τη ζωή ...  Μόνο μια ζωή που έχει νόημα μπορεί να θεωρείται ζωή»


Εν ολίγοις, βοήθησε αυτόν τον άνθρωπο να ανέβει:  Από την κορυφή κι επάνω. 
Χόρχε Μπουκάι,







Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Το μαγαζί της αλήθειας




  
                                                 Ο άνθρωπος περπατούσε
 σ' εκείνα τα σοκάκια της επαρχιακής πόλης.
Είχε χρόνο και γι' αυτό κοντοστεκόταν
 για λίγο μπροστά σε κάθε βιτρίνα,
 σε κάθε κατάστημα, σε κάθε πλατεία.
Στρίβοντας σε μια γωνία βρέθηκε άξαφνα 
μπροστά σε ένα ταπεινό κατάστημα
 που η ταμπέλα του ήταν λευκή. 



Περίεργος, πλησίασε στη βιτρίνα 
και κόλλησε το πρόσωπο του στο κρύσταλλο
 για να καταφέρει να δει μέσα στο σκοτάδι...
Το μόνο που φαινόταν ήταν ένα αναλόγιο 
μ' ένα χειρόγραφο καρτελάκι 
που έγραφε: “Το μαγαζί της αλήθειας”
Ο άνθρωπος έμεινε έκπληκτος. 
Σκέφτηκε, ότι αν και διέθετε ανεπτυγμένη φαντασία
, του ήταν αδύνατον να φανταστεί τί μπορεί να πουλούσαν.
Μπήκε. 



Πλησίασε την κοπέλα που στεκόταν 
στον πρώτο πάγκο και τη ρώτησε:
"Συγνώμη. Αυτό είναι το μαγαζί της αλήθειας;"
"Μάλιστα κύριε. Τί λογής αλήθεια θέλετε; 
Αλήθεια μερική, 
Αλήθεια σχετική, 
αλήθεια στατιστική, 
πλήρη αλήθεια;"
Ώστε, λοιπόν, πουλούσαν αλήθεια.
 Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο.
Να πηγαίνεις σ' ένα μέρος και να παίρνεις την αλήθεια,
 ήταν υπέροχο.



"Θέλω πλήρη αλήθεια" 
αποκρίθηκε ο άνθρωπος χωρίς ταλάντευση.
"Είμαι τόσο απαυδισμένος από τα ψέματα και τις πλαστογραφίες"
 σκέφτηκε
"Δε θέλω άλλες γενικεύσεις, ούτε δικαιολογίες, 
δε θέλω απάτες, ούτε κοροϊδίες." 
"Απόλυτη αλήθεια" διόρθωσε
"Μάλιστα κύριε. Ακολουθήστε με."
Η κοπέλα συνόδευσε τον πελάτη 
σ' ένα άλλο μέρος του καταστήματος 
και δείχνοντας έναν πωλητή με αυστηρό ύφος, είπε:
"Ο κύριος θα σας εξυπηρετήσει.
" Ο πωλητής πλησίασε και περίμενε τον πελάτη να μιλήσει.



"Ήρθα να αγοράσω την απόλυτη αλήθεια."
"Αχά. Συγνώμη, γνωρίζετε την τιμή;"
"Όχι. Πόσο κοστίζει;" αποκρίθηκε τυπικά. 
Στην πραγματικότητα ήξερε ότι θα πλήρωνε 
όσο όσο για να έχει όλη την αλήθεια.
  "Για όλη την αλήθεια", είπε ο πωλητής
 "το αντίτιμο είναι ότι ποτέ πια δε θα έχετε την ησυχία σας."



Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη του ανθρώπου.
 Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι το κόστος θα ήταν τόσο υψηλό.
"Ε..ευχαριστώ... Συγνώμη..." ψέλλισε.
Έκανε μεταβολή 
και βγήκε από το κατάστημα κοιτώντας το έδαφος.
Ένιωσε λίγο θλιμμένος όταν κατάλαβε 
ότι δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια,
ότι ακόμα χρειαζόταν ορισμένα ψέματα για να βρίσκει ανάπαυση,
 ορισμένους μύθους και εξιδανικεύσεις για να καταφεύγει,
ότι ήθελε κάποιες δικαιολογίες 
για να μην αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό...
"Ίσως αργότερα..." σκέφτηκε


 "Να σου πω μια ιστορία" Χόρχε Μπουκάι
Εκδόσεις Opera