Οδύσσεια

Οδύσσεια

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Θυσιάζοντας

    




Ο Βούδας τριγυρνούσε στον κόσμο για να συναντήσει όσους αυτοαποκαλούνταν μαθητές του, και να τους μιλήσει για την αλήθεια.
Στο πέρασμα του, οι άνθρωποι που πίστευαν στο λόγο του έτρεχαν κατά εκατοντάδες να τον ακούσουν, να τον αγγίξουν ή να τον δουν, σίγουρα για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους.
Τέσσερις μοναχοί που έμαθαν ότι ο Βούδας θα βρισκόταν στην πόλη Βαάλι, φόρτωσαν τα μουλάρια τους και ξεκίνησαν το ταξίδι που θα διαρκούσε, αν όλα πήγαιναν καλά, κάμποσες εβδομάδες.
Ο ένας δεν ήξερε καλά το δρόμο για το Βαάλι και ακολουθούσε τους άλλους.Ύστερα από τρεις μέρες πορεία τούς έπιασε μεγάλη καταιγίδα. Οι μοναχοί έτρεξαν ν' αναζητήσουν καταφύγιο σ' ένα χωριό, ώσπου να περάσει η καταιγίδα.
Ο τελευταίος, όμως, δεν έφτασε στον οικισμό και αναγκάστηκε να καταφύγει στο σπίτι ενός βοσκού, στα περίχωρα. Ο βοσκός τού πρόσφερε ρούχα, στέγη και φαγητό για να περάσει τη νύχτα.Το επόμενο πρωί, όταν ο μοναχός ετοιμαζόταν να φύγει πήγε ν' αποχαιρετήσει το βοσκό. Όταν πλησίασε στο μαντρί είδε ότι με την καταιγίδα τα πρόβατα είχαν σκορπίσει κι ο βοσκός πάσχιζε να τα συγκεντρώσει.
Ο μοναχός σκέφτηκε ότι οι συνταξιδιώτες του θα έφευγαν την ώρα εκείνη από το χωριό και αν δεν έκανε γρήγορα θα απομακρύνονταν πολύ. Όμως, δεν μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο  του αφήνοντας το βοσκό στην τύχη του ύστερα από τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει. Έτσι αποφάσισε να μείνει, ώσπου και οι  δύο κατάφεραν να μαζέψουν πάλι το κοπάδι.Έτσι πέρασαν τρεις μέρες. Μετά, πήρε πάλι το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσε μήπως προλάβει τους συντρόφους του.
Ακολουθώντας τα ίχνη τους, έφτασε σ' ένα αγρόκτημα για να προμηθευτεί νερό.
Μια γυναίκα τού έδειξε πού ήταν το πηγάδι και ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί δούλευε στη σοδειά... Ενώ ο μοναχός πότιζε τα μουλάρια του και γέμιζε τα ασκιά του με νερό, η γυναίκα τού εξήγησε ότι, μετά το θάνατο του άντρα της, δυσκολεύονταν πολύ εκείνη και τα παιδιά της να μαζέψουν τη σοδειά προτού χαλάσει.
Ο άνθρωπος κατάλαβε ότι η γυναίκα δεν θα τελείωνε τη συγκομιδή εγκαίρως, ήξερε όμως ότι αν έμενε να τη βοηθήσει θα έχανε τα ίχνη και δε θα βρισκόταν στο Βαάλι όταν θα έφτανε στην πόλη ο Βούδας.
«Θα τον δω λίγες μέρες αργότερα» σκέφτηκε, αφού ήξερε ότι ο Βούδας θα έμενε μερικές βδομάδες στο Βαάλι.
Η συγκομιδή πήρε τρεις εβδομάδες, κι όταν τελείωσε η δουλειά,
ο μοναχός συνέχισε την πορεία του.
Στο δρόμο έμαθε ότι ο Βούδας δεν βρισκόταν πια στο Βαάλι κι ότι είχε φύγει για ένα άλλο χωριό, βορειότερα.
Ο μοναχός άλλαξε πορεία και τράβηξε προς το άλλο χωριό.
Θα είχε φτάσει εγκαίρως, έστω και μόνο για να τον δει, αν στο δρόμο δεν αναγκαζόταν να σώσει ένα ζευγάρι γερόντια που τους είχε παρασύρει το ποτάμι και δίχως τη βοήθεια του θα είχαν πνιγεί σίγουρα. Όταν οι γέροι συνήλθαν, ξαναπήρε το δρόμο του ξέροντας ότι ο Βούδας θα συνέχιζε το ταξίδι...
Είκοσι χρόνια πέρασε ο μοναχός ακολουθώντας το Βούδα... Κάθε φορά που τον πλησίαζε, κάτι συνέβαινε και καθυστερούσε.
Πάντοτε βρισκόταν κάποιος που είχε ανάγκη και,
δίχως να το ξέρει έκανε το μοναχό να χασομερήσει.
Τελικά, έμαθε ότι ο Βούδας είχε αποφασίσει να πάει να πεθάνει στην πόλη όπου γεννήθηκε.
«Αυτή τη φορά» είπε μέσα του, «είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Αν δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω δει τον Βούδα, δεν μπορώ να αποσπαστώ από την πορεία. Τίποτα τώρα δεν είναι πιο σημαντικό από το να δω το Βούδα προτού πεθάνει. Ύστερα θα έχω χρόνο να βοηθήσω όλους τους άλλους.»
Και με το τελευταίο μουλάρι του και ελάχιστες προμήθειες, ξανατράβηξε το δρόμο του.
Μια μέρα προτού φτάσει στο χωριό έπεσε σχεδόν επάνω ένα πληγωμένο ελάφι, στη μέση του δρόμου. Το φρόντισε, το έδωσε νερό και κάλυψε τις πληγές του με φρέσκο πηλό. Το ελάφι λαχάνιαζε προσπαθώντας ν' ανασάνει με δυσκολία, ο αέρας δε του έφτανε.
«Κάποιος πρέπει να μείνει μαζί του» σκέφτηκε, «για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο μου.» Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί.
Με μεγάλη τρυφερότητα, έβαλε το ζώο κοντά σε κάτι βράχια  για να συνεχίσει την πορεία του. Του άφησε νερό και φαγητό κοντά στο στόμα του και σηκώθηκε να φύγει.
Έκανε μονάχα δύο βήματα όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά στο Βούδα γνωρίζοντας, στο βάθος της καρδιάς του, ότι είχε αφήσει μόνο του ένα ανυπεράσπιστο ετοιμοθάνατο...
Έτσι, ξεφόρτωσε το μουλάρι κι έμεινε εκεί να φροντίσει το ζωάκι. Ξενύχτησε δίπλα του σαν να ήταν παιδί. Του έδινε νερό στόμα και του έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο.
Τα ξημερώματα, το ελάφι είχε συνέλθει.
Ο μοναχός σηκώθηκε, κάθισε σ' ένα απόμερο σημείο κι έκλαψε... Τελικά, είχε χάσει και την τελευταία του ευκαιρία.
«Τώρα πια ποτέ δεν θα σε δω» είπε με δυνατή φωνή.
«Μη συνεχίζεις να με ψάχνεις» του είπε μια φωνή πίσω του.  «Ήδη με βρήκες.»
Ο μοναχός γύρισε πίσω και είδε το ελάφι να κυκλώνεται από φως και να παίρνει τη στρογγυλεμένη μορφή του Βούδα.
«Θα με έχανες αν με άφηνες να πεθάνω απόψε τη νύχτα, για να έρθεις να με βρεις στο χωριό μου... Κι όσο για το θάνατο μου, μην ανησυχείς. Ο Βούδας δεν μπορεί να πεθάνει όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν κι εσένα, που είναι ικανοί να  με ακολουθούν για χρόνια, θυσιάζοντας τις επιθυμίες τους για τις ανάγκες των άλλων. Αυτό είναι ο Βούδας. Ο Βούδας είναι μέσα σου.» 

Χορχε Μπουκαι 

Να σου πω μια ιστορια




Το πέταγμα του Φτερωττού Φιδιού. Αρμάντο Κοσανί.



Ο Δρόμος αρχίζει στο σώμα με τις πέντε αισθήσεις.
Να ξυπνάς σημαίνει να τις χρησιμοποιείς 
και να μην τις συγχέεις με σένα.

Μέχρι σήμερα έχεις πιστέψει ότι οι πέντε αισθήσεις σου
 σε πληροφορούν σχετικά με τον εξωτερικό κόσμο.
 Δεν είναι έτσι, δεν υπάρχει τέτοιος εξωτερικός κόσμος,
 ούτε υπάρχει τέτοιος εσωτερικός κόσμος. 
Αυτές είναι απατηλές αντιλήψεις που δεν μπορούν 
να διεισδύσουν πιο πέρα από τις μορφές.
 Το πραγματικό είναι ότι δεν είσαι μορφή, 
και όντας Η Ζωή, είσαι όλα όσα Είναι.

Παρατήρησε ότι τα τόξα και τα βέλη 
δεν σημαδεύουν σε μια μόνο κατεύθυνση, αλλά σε δύο συγχρόνως.
 Το να καταλάβουμε και να ζούμε αυτόν τον συγχρονισμό 
είναι η πρώτη ανταρσία του νου, 
ανταρσία που θα καταλήξει στο να σε ξυπνήσει τελείως.

Και αν εμβαθύνεις λίγο σε αυτό που προσπαθεί
 να εκφράσει αυτός ο συγχρονισμός σύντομα θα καταλάβεις
 επίσης ότι δεν είσαι ένα σώμα αλλά εκείνο που ζει στο σώμα σου, 
που εμψυχώνει το σώμα σου και που, 
από έλλειψη μιας καλύτερης έκφρασης 
εδώ ονομάζω Θεό-Εγώ σου, αόρατο.

Με τις πέντε αισθήσεις σου, ιδιότητες του προσωπικού εγώ,
 του εγώ-μορφή, δεν σου έχει δοθεί να διαπερνάς 
πιο πέρα από την επιφάνεια των μορφών.
 Όταν θα έχεις συνειδητοποιήσει ότι είναι ο Θεός-Εγώ
 ο οποίος χρησιμοποιεί τις πέντε αισθήσεις σου, 
θα σου δοθεί να διαπερνάς την σημασία, την ουσία,
το πνεύμα όλων των πραγμάτων που επίσης είναι Θεός-Εγώ.

Εν δυνάμει στον εγκέφαλο, εμποτίζοντας τον εγκέφαλο
 βρίσκεται εκείνο που λέγεται Νους-αυτό με το οποίο
 μπορείς να γνωρίσεις αυτό που αντιλαμβάνονται 
οι πέντε σου αισθήσεις και  Εκείνο που αντιλαμβάνεται, αντί γι’ αυτές.
 Και πιο βαθιά ακόμα, έχω σχεδιάσει την καρδιά,
 στο ίδιο το κέντρο όλης της ζωής σου. Από αυτό το κέντρο
 προτεταμένο στο Νου, θα πρέπει να βλαστήσει το Ατομικό σου Εγώ,
η ουσία της ψυχής σου που ποθεί να ζει σε πνεύμα
 και να λατρεύει σε αλήθεια.

Παρατήρησε επίσης ότι την Σκέψη και το Συναίσθημα 
συνδέουν το προσωπικό Εγώ σου με το ατομικό Εγώ σου, 
και τα έχω τοποθετήσει στο φωτισμένο μισό του Ζωτικού Κύκλου,
 την Αφυπνισμένη Συνείδηση, διότι μπορεί να είναι το φως
 που αντανακλά την  αλήθεια του εαυτού σου 
στα σκοτάδια της προσωπικότητάς σου.
Και αυτό επειδή οι αισθήσεις της πραγματικής επαγρύπνησης,
 είναι εκείνες που όταν ενώνονται σε αυτό 
που ονομάζεται Άγιο Πνεύμα, εγκαθιστούν την επαφή
 επαγρύπνησης με το Θεός-Εγώ σε σένα
και ο Θεός-Εγώ έξω από σένα, ένας μόνον Θεός και τίποτε άλλο
, ο Θεός Πατέρας με τον οποίο μπορείς να μεταλάβεις 
με την βοήθεια του Χριστού, Ο Κύριος.
 Εάν δεν καίει στην καρδιά σου 
μια ανησυχία που να σε πυρπολήσει
 μέχρι την κατανάλωση του σώματός σου, 
δεν θα μπορέσεις να επικαλεστείς ούτε τον Θεό, 
ούτε το Άγιο Πνεύμα. Και δεν ξέρεις να ζητάς, 
γι’ αυτό η ώρα σου δεν έχει φτάσει ακόμη.
«Να επαγρυπνείτε και να προσεύχεστε» 
ήταν η κληρονομιά που άφησε ο Χριστός στους τολμηρούς.
 Το να επαγρυπνείς σημαίνει να τα κάνεις όλα ξύπνιος 
‘ να προσευχηθείς είναι να αισθανθείς μια φλογερή επιθυμία να είσαι.
Όμως, όποιος προσεύχεται και όποιος επαγρυπνεί,
 ακόμα και όταν το κάνει με ατελή τρόπο, 
θα λάβει γενναιόδωρη βοήθεια και θα πρέπει να μάθει 
επίσης να την λαμβάνει γενναιόδωρα...


Η βοήθεια είναι Εδώ, και είναι Τώρα.


                 
     Το πέταγμα στη Βενεζουέλα
Το πέταγμα στο Μεξικό
Το πέταγμα στο Νεπάλ
Το πέταγμα στο Κιλιμάντζαρο
Το πέταγμα στην Αίτνα
Το πέταγμα στην κορυφή του Ατλάντα Μαρόκο

Το πέταγμα στην Ταρίφα Ισπανία 
          
Ένα Βιβλίο πράγματι σε «Ταξιδεύει»



The Path starts in the physical body with the five senses.
To awaken is to use them, and not to confuse them with you.

Until now, you have thought that the five senses inform you about

the external world. That is not the case. There is no such external
world, nor any internal world. Those are illusory concepts that cannot
penetrate any further than forms. But what is real is that you are not
a form, and that being Life, you are everything that there IS.

Observe that bows and arrows do not point in one sole direc-

tion, but upon two simultaneously. To understand and live this
simultaneous way is the first rebellion of the mind. This rebellion
will eventually awaken you completely.

And if you go a little deeper into what is trying to express this

simultaneous way, soon you will realize that you are not a body, but
that which lives in your body, that which animates your body, and,
lacking any better expression, I will call it your Divine Being, the
hidden one.

With your five senses, attributes of the ego form, it is not given

to you to penetrate further than the surface of forms. When you are
conscious that it is your Divine Being who uses your five senses, it

will be given to you to penetrate into the meaning, the essence, the

spirit of all things, that are also the Divine Being.

Latent in the brain, impregnated in the brain, is that which is

called the Mind “that with which you can perceive what your five
senses capture and Who captures it for them. Going deeper, I have
drawn the heart at the center of your whole life. From this center,
extending to the Mind, will arise your individual Being, the essence
of your soul, longing for life in the spirit and to worship truly.

Observe that Thought and Feeling connect also your personal

Being with your individual Being and I have placed them in the
middle of the illuminated half of the Vital Circle, the Awakened
Consciousness, because they can be the light which reflects the
truth of yourself in the darkness of your personality.

And because they are the senses of the true vigilance, they are

the ones which, uniting with what is called the Holy Spirit, esta-
blish a vigilant contact with the Divine Being within you, and the
Divine Being outside of you, one God but the Father God, with
whom you can share communion, helped by Christ, the Lord.

If in your heart an intense uneasiness does not burn to the point

of embracing you to the consummation of your body, you cannot
invoke neither God nor the Holy Spirit. And you do not know how
to ask, and that is why your hour has not yet reached you.
“Watch and Pray” was the heritage left by Christ for the courageous.

Watch is to do everything awakened; pray is a feeling of ardent

yearning to be one with the Being.

However, he who prays and watches, even though they do it in

an imperfect way, will receive generous help and he will leam to
receive generously as well...

The help is in the Here and it is Now.

Το πέταγμα του Φτερωτού φιδιού
κεφ 15.Αρμάντο Κοσανί.